Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
on purpose
01
εκούσια, σκοπίμως
in a way that is intentional and not accidental
Παραδείγματα
She wore mismatched socks on purpose as a quirky fashion statement.
Φορούσε σκόρπιες κάλτσες εκ προθέσεως ως μια ιδιόμορφη δήλωση μόδας.



























