Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Omphalos
01
ομφαλός, ουλή ομφαλού
a scar where the umbilical cord was attached
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
omphaloi
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ομφαλός, ουλή ομφαλού