Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
omnipotent
01
παντοδύναμος, πανίσχυρος
possessing ultimate power or authority
Παραδείγματα
The CEO of the multinational corporation wields immense power and is often described as having almost omnipotent control over the company's operations and decisions.
Ο CEO της πολυεθνικής εταιρείας ασκεί τεράστια δύναμη και συχνά περιγράφεται ότι έχει σχεδόν παντοδύναμο έλεγχο επί των λειτουργιών και των αποφάσεων της εταιρείας.
The omnipotent
Παραδείγματα
The Omnipotent is often invoked in sacred texts as a source of justice and protection.
Ο Παντοδύναμος συχνά επικαλείται στα ιερά κείμενα ως πηγή δικαιοσύνης και προστασίας.
Λεξικό Δέντρο
omnipotent
omnipot



























