autarchy
au
ˈɔ:
ω
tar
tɑ:r
ταρ
chy
ki
κι
/ˈɔːtɑːki/

Ορισμός και σημασία του "autarchy"στα αγγλικά

01

αυταρχία, αυτοκρατία

a form of government in which the absolute power is held by a single person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autarchies
02

αυτάρκεια, οικονομική ανεξαρτησία

economic independence as a national policy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store