Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autarchy
01
αυταρχία, αυτοκρατία
a form of government in which the absolute power is held by a single person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autarchies
02
αυτάρκεια, οικονομική ανεξαρτησία
economic independence as a national policy



























