oil painting
Pronunciation
/ˈɔɪl pˈeɪntɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "oil painting"στα αγγλικά

01

λαδογραφία, ελαιογραφία

a work of art created using oil-based paints
oil painting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil paintings
Παραδείγματα
The museum restored an oil painting damaged by humidity.
Το μουσείο αποκατέστησε έναν ελαιογραφικό πίνακα που είχε καταστραφεί από την υγρασία.
02

λαδογραφία

the art or technique of painting with oil paint
oil painting definition and meaning
Παραδείγματα
She took up oil painting as a hobby and enjoyed capturing landscapes and still-life scenes in rich, vivid colors.
Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική με ελαιοχρώματα ως χόμπι και απολάμβανε να απεικονίζει τοπία και νεκρές φύσεις με πλούσια, ζωντανά χρώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store