Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to offload
01
ξεφορτώνω, απαλλάσσω από φορτίο
remove the load from (a container or vehicle)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
offload
γ΄ ενικό πρόσωπο
offloads
ενεστώτα μετοχή
offloading
απλός αόριστος
offloaded
παθητική μετοχή
offloaded
02
μεταφέρω, ξεφορτώνω
transfer to a peripheral device, of computer data



























