to offload
off
ˈɒf
οφ
load
ləʊd
λεουντ

Ορισμός και σημασία του "offload"στα αγγλικά

to offload
01

ξεφορτώνω, απαλλάσσω από φορτίο

remove the load from (a container or vehicle) 
to offload definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
offload
γ΄ ενικό πρόσωπο
offloads
ενεστώτα μετοχή
offloading
απλός αόριστος
offloaded
παθητική μετοχή
offloaded
02

μεταφέρω, ξεφορτώνω

transfer to a peripheral device, of computer data 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store