to officiate
o
ə
ē
ffi
ˈfɪ
fi
ciate
ʃieɪt
shieit
initiate

Ορισμός και σημασία του "officiate"στα αγγλικά

to officiate
01

διαιτητεύω, προεδρεύω

to assume a role of authority to ensure that an event is conducted according to the rules 
to officiate definition and meaning
Παραδείγματα
The experienced referee will officiate the championship soccer match, ensuring fair play among the teams. 

Ο έμπειρος διαιτητής θα διαχειριστεί το ποδοσφαιρικό αγώνα πρωταθλήματος, διασφαλίζοντας δίκαιο παιχνίδι μεταξύ των ομάδων.

02

τελώ επίσημο ρόλο, τελώ θρησκευτική τελετή

to act in a formal role or perform duties during a ceremony or religious ritual 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
officiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
officiates
ενεστώτα μετοχή
officiating
απλός αόριστος
officiated
παθητική μετοχή
officiated
Παραδείγματα
She became a licensed minister so she could officiate her best friend's marriage ceremony. 

Έγινε άδεια ιερέας ώστε να μπορεί να τελέσει την τελετή γάμου της καλύτερης φίλης της.

Λεξικό Δέντρο

officiating
officiation
officiate
official
office
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store