Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Officer
01
αξιωματικός, στρατιωτικός αξιωματικός
a member of the military who holds a position of authority over others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
officers
Παραδείγματα
The officer gave orders to the soldiers.
Ο αξιωματικός έδωσε εντολές στους στρατιώτες.
Παραδείγματα
Every officer wears a badge for identification.
Κάθε αξιωματικός φοράει ένα σήμα για αναγνώριση.
03
αξιωματικός, υπάλληλος
someone who is appointed or elected to an office and who holds a position of trust
04
αξιωματικός, ναυτικός αξιωματικός
a person authorized to serve in a position of authority on a vessel
to officer
01
διοικώ, διοικούμαι
direct or command as an officer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
officer
γ΄ ενικό πρόσωπο
officers
ενεστώτα μετοχή
officering
απλός αόριστος
officered
παθητική μετοχή
officered



























