officer
o
ˈɒ
o
ffi
fi
cer

Ορισμός και σημασία του "officer"στα αγγλικά

01

αξιωματικός, στρατιωτικός αξιωματικός

a member of the military who holds a position of authority over others 
officer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
officers
Παραδείγματα
The officer gave orders to the soldiers. 

Ο αξιωματικός έδωσε εντολές στους στρατιώτες.

02

αξιωματικός, αστυνομικός

a member of the police 
officer definition and meaning
Παραδείγματα
Every officer wears a badge for identification. 

Κάθε αξιωματικός φοράει ένα σήμα για αναγνώριση.

03

αξιωματικός, υπάλληλος

someone who is appointed or elected to an office and who holds a position of trust 
04

αξιωματικός, ναυτικός αξιωματικός

a person authorized to serve in a position of authority on a vessel 
to officer
01

διοικώ, διοικούμαι

direct or command as an officer 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
officer
γ΄ ενικό πρόσωπο
officers
ενεστώτα μετοχή
officering
απλός αόριστος
officered
παθητική μετοχή
officered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store