Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Office
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
offices
Παραδείγματα
The bustling office in the city center was filled with employees typing away on their computers.
Το γεμάτο δραστηριότητα γραφείο στο κέντρο της πόλης ήταν γεμάτο με υπαλλήλους που πληκτρολογούσαν στους υπολογιστές τους.
1.1
γραφείο, γραμματεία
people who work in an office, usually doing administrative or clerical tasks
Παραδείγματα
The office worked late to ensure all the reports were ready for the meeting.
Το γραφείο δούλευε μέχρι αργά για να διασφαλίσει ότι όλες οι αναφορές ήταν έτοιμες για τη συνάντηση.
1.2
γραφείο, γραφείο εργασίας
a designated room where an individual typically works, often at a desk, to carry out their professional tasks and responsibilities
Παραδείγματα
He decorated his office with plants and personal photos to make it feel more comfortable.
Διακόσμησε το γραφείο του με φυτά και προσωπικές φωτογραφίες για να το κάνει πιο άνετο.
02
θέση, αξίωμα
a position or role someone has in a company or organization
Παραδείγματα
She took on a new office as the head of the marketing department.
Ανέλαβε ένα νέο αξίωμα ως επικεφαλής του τμήματος μάρκετινγκ.
03
γραφείο, υπηρεσία
a part of the government that manages specific tasks or responsibilities
Παραδείγματα
The post office handles mail and delivery services for the government.
Το γραφείο ταχυδρομείου χειρίζεται τις υπηρεσίες αλληλογραφίας και παράδοσης για την κυβέρνηση.
04
γραφείο, θρησκευτική τελετή
a religious ceremony or service established by church authorities
Παραδείγματα
The priest performed the evening office with a solemn and reflective tone.
Ο ιερέας έκανε τον εσπερινό με έναν επιβλητικό και στοχαστικό τόνο.
05
λειτουργία, ρόλος
the actions and activities assigned to or required or expected of a person or group
office
01
σε θητεία, στην εξουσία
(of a government or government official) holding an office means being in power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
official
official
officious
office



























