Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
off-and-on
01
διαλείπων, περιοδικός
occurring intermittently, with periods of activity followed by pauses or breaks
Παραδείγματα
Her off-and-on attendance at the gym made it hard for her to see consistent results.
Η ακανόνιστη παρουσία της στο γυμναστήριο έκανε δύσκολο για αυτήν να δει σταθερά αποτελέσματα.



























