of age
of
ɒv
ov
age
eɪʤ
eij

Ορισμός και σημασία του "of age"στα αγγλικά

01

ηλικίας, χρονών

having reached a particular number of years since birth or creation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tree was over 100 years of age, towering above the other plants in the forest. 

Το δέντρο ήταν πάνω από 100 ετών ηλικίας, υψώνοντας πάνω από τα άλλα φυτά στο δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store