Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
odorous
01
οσμώδης, ευωδιαστός
having a distinct smell, which can be either pleasant or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most odorous
συγκριτικός βαθμός
more odorous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The odorous gas leak in the basement prompted an urgent evacuation of the building.
Η διαρροή οσμώδους αερίου στο υπόγειο προκάλεσε άμεση εκκένωση του κτιρίου.
1.1
οσμώδης, δυσώδης
possessing a distinct or recognizable scent, often unpleasant
Παραδείγματα
The odorous odor of the sewer made her cover her nose.
Η δυσάρεστη μυρωδιά του αποχετευτικού δικτύου την έκανε να καλύψει τη μύτη της.
1.2
ευωδιαστός, αρωματικός
having a natural and pleasant scent or aroma
Παραδείγματα
The odorous coffee brewing in the morning filled the kitchen with a rich, inviting scent.
Ο ευωδιαστός καφές που ετοιμαζόταν το πρωί γέμισε την κουζίνα με ένα πλούσιο, προσελκυστικό άρωμα.
Λεξικό Δέντρο
inodorous
odorous
odor



























