ode
ode
əʊd
ewd
woadtoadroadload

Ορισμός και σημασία του "ode"στα αγγλικά

01

ωδή, λυρικό ποίημα

a lyric poem, written in varied or irregular metrical form, for a particular object, person, or concept 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
odes
Παραδείγματα
The poet wrote an ode to celebrate the beauty of nature. 

Ο ποιητής έγραψε μια ωδή για να γιορτάσει την ομορφιά της φύσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store