Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auspicious
01
ευοίωνος, ευτυχής
indicating that something is very likely to succeed in the future
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most auspicious
συγκριτικός βαθμός
more auspicious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Finding a rare coin on the street made her day start in an auspicious manner.
Η εύρεση ενός σπάνιου νομίσματος στο δρόμο έκανε την ημέρα της να ξεκινήσει με ευοίωνο τρόπο.
Λεξικό Δέντρο
auspiciously
auspiciousness
inauspicious
auspicious
auspice



























