octogenarian
oc
ˌɑk
ακ
to
τα
ge
ʤɪ
τζι
na
ˈnɛ
νε
rian
riən
ριαν
British pronunciation
/ˌɒktəd‍ʒənˈe‍əɹi‍ən/

Ορισμός και σημασία του "octogenarian"στα αγγλικά

01

ογδοντάρης, άτομο ηλικίας 80 έως 89 ετών

a person who is between 80 and 89 years old
example
Παραδείγματα
The book was written by an octogenarian reflecting on his youth.
Το βιβλίο γράφτηκε από έναν ογδοντάρη που αναλογίζεται τη νιότη του.
octogenarian
01

ογδοντάρης, σε ηλικία μεταξύ 80 και 89 ετών

having an age between 80 and 89 years old
FormalFormal
example
Παραδείγματα
The octogenarian community center offered various activities to cater to the interests of older adults.
Το κοινοτικό κέντρο για ογδοντάχρονους προσέφερε διάφορες δραστηριότητες για να καλύψει τα ενδιαφέροντα των ηλικιωμένων ενηλίκων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store