octopus
oc
ˈɒk
ok
to
pus
pəs
pēs

Ορισμός και σημασία του "octopus"στα αγγλικά

01

χταπόδι, οκτάποδο

a sea creature with eight, long arms and a soft round body with no internal shell 
octopus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
octopuses/octopi/octopodes
Παραδείγματα
The octopus gracefully glided through the water, its tentacles trailing behind like delicate ribbons. 

Το χταπόδι γλίστρησε με χάρη μέσα στο νερό, με τα πλοκάμια του να ακολουθούν πίσω σαν ευαίσθητες κορδέλες.

02

χταπόδι, οκτάποδο

tentacles of octopus prepared as food 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store