ocean floor
o
ˈəʊ
εου
cean
ʃən
σαν
floor
flɔ:
φλο

Ορισμός και σημασία του "ocean floor"στα αγγλικά

01

βυθός ωκεανού, πάτος ωκεανού

the bottom of a sea or ocean 
ocean floor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ocean floors

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store