Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Occupier
01
κατοίκος, ένοικος
an individual using or residing in a specific place such as a room, building, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
occupiers
02
κατακτητής, δυνάμεις κατοχής
a soldier or group living in a foreign country that has been taken by force
Παραδείγματα
The occupiers controlled the city after the invasion.
Οι κατακτητές έλεγχαν την πόλη μετά την εισβολή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
occupier
occupy



























