occupier
occ
ˈɑk
aak
u
pier
ˌpaɪɜr
paiēr
/ˈɒkjuːpˌa‍ɪɐ/

Ορισμός και σημασία του "occupier"στα αγγλικά

01

κατοίκος, ένοικος

an individual using or residing in a specific place such as a room, building, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
occupiers
02

κατακτητής, δυνάμεις κατοχής

a soldier or group living in a foreign country that has been taken by force
Παραδείγματα
The occupiers remained until a peace agreement was signed.
Οι κατακτητές παρέμειναν μέχρι να υπογραφεί μια ειρηνευτική συμφωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store