Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occult
01
απόκρυφος, εσωτερικός
relating to knowledge, meanings, or truths that are hidden from normal perception and difficult to understand without special insight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manuscript contained occult symbols no one could decipher.
Το χειρόγραφο περιείχε απόκρυφα σύμβολα που κανείς δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει.
Occult
01
απόκρυφο
all that relates to the magical and supernatural, their events, practices, powers, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She was fascinated by the occult and spent years studying ancient magical texts.
Ήταν γοητευμένη από το απόκρυφο και πέρασε χρόνια μελετώντας αρχαία μαγικά κείμενα.
to occult
01
κρύβω, αποκρύπτω
to obscure something so it cannot be seen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occult
γ΄ ενικό πρόσωπο
occults
ενεστώτα μετοχή
occulting
απλός αόριστος
occulted
παθητική μετοχή
occulted
Παραδείγματα
The thick fog occulted the mountain peaks.
Το πυκνό ομίχλη κάλυψε τις κορυφές των βουνών.
02
επικαλύπτω, εκλείπτω
to cause an eclipse by passing in front of a star, planet, or moon
Παραδείγματα
During the lunar eclipse, Earth occulted the moon.
Κατά τη διάρκεια της σεληνιακής έκλειψης, η Γη επισκίασε τη Σελήνη.
03
κρύβεται, καλύπτεται
to fade from sight, especially due to obstruction
Παραδείγματα
The moon occulted behind the clouds.
Το φεγγάρι εκρύβη πίσω από τα σύννεφα.



























