Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Observatory
01
αστεροσκοπείο
a building where scientists observe stars, meteors, the weather, etc. using equipment such as telescope
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
observatories
02
αστεροσκοπείο, σημείο παρατήρησης
a structure commanding a wide view of its surroundings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
observatory
observe



























