oboe
o
ˈoʊ
ου
boe
boʊ
μπου
/ˈɒbə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "oboe"στα αγγλικά

01

όμποε, ξύλινο πνευστό όργανο με διπλό καλάμι

a woodwind double-reed instrument with a long tubular body and holes and keys on top
oboe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oboes
Παραδείγματα
The oboe is a popular instrument in classical music.
Το όμποε είναι ένα δημοφιλές όργανο στην κλασική μουσική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store