Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oatcake
01
βρώμικη πίτα, ψωμί βρώμης
a thin, round and flat bread that is not sweet, made with oatmeal and originated in Scotland
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oatcakes



























