Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oasis
01
όαση, μία όαση
a fertile tract in a desert (where the water table approaches the surface)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oases
1.1
όαση, καταφύγιο
a place or experience that provides a refreshing escape or relief from a challenging or stressful situation
Παραδείγματα
The small park in the middle of the bustling city served as an oasis for residents seeking tranquility.
Το μικρό πάρκο στη μέση της πολυσύχναστης πόλης λειτουργούσε ως όαση για τους κατοίκους που αναζητούσαν ηρεμία.



























