oarsman
oars
ˈɔ:z
awz
man
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "oarsman"στα αγγλικά

01

κωπηλάτης, βαρκάρης

someone who rows a boat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
oarsmen
αρσενικό ενικό
oarsman
θηλυκό ενικό
oarswoman
neutral form
rower

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

oarsmanship
oarsman
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store