oar
oar
ɔ:
aw
oretorpourcore

Ορισμός και σημασία του "oar"στα αγγλικά

01

κουπί, κωπηλατικό εργαλείο

a tool used by rowers to propel and steer a boat through the water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oars
Παραδείγματα
She pulled the oar through the water with a strong, steady stroke. 

Τράβηξε το κουπί μέσα από το νερό με μια δυνατή, σταθερή κίνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store