aunt
aunt
ɑ:nt
aant
pantcantkantrant

Ορισμός και σημασία του "aunt"στα αγγλικά

01

θεία, θεια

the sister of our mother or father or their sibling's wife 
aunt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aunts
Παραδείγματα
Anne's aunt always sends her birthday cards and gifts. 

Η θεία της Άννας της στέλνει πάντα κάρτες και δώρα γενεθλίων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store