Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nursing school
01
σχολή νοσηλευτικής, σχολή νοσοκόμων
a place where students can learn how to become nurses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nursing schools
Παραδείγματα
She worked part-time while attending nursing school.
Δούλευε μερικής απασχόλησης ενώ παρακολουθούσε τη σχολή νοσηλευτικής.



























