numerical
nu
nju:
nyoo
me
ˈmɛ
me
ri
ri
cal
kəl
kēl
clericalchimerical

Ορισμός και σημασία του "numerical"στα αγγλικά

01

αριθμητικός

represented in numbers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The numerical values of the measurements were recorded in a spreadsheet. 

Οι αριθμητικές τιμές των μετρήσεων καταγράφηκαν σε ένα υπολογιστικό φύλλο.

02

αριθμητικός, αριθμολογικός

relating to or showing skill in working with numbers or calculations 
Παραδείγματα
He has strong numerical skills. 

Έχει ισχυρές αριθμητικές δεξιότητες.

Λεξικό Δέντρο

numerically
numerical
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store