Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
numerical
01
αριθμητικός
represented in numbers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The numerical values of the measurements were recorded in a spreadsheet.
Οι αριθμητικές τιμές των μετρήσεων καταγράφηκαν σε ένα υπολογιστικό φύλλο.
02
αριθμητικός, αριθμολογικός
relating to or showing skill in working with numbers or calculations
Παραδείγματα
He has strong numerical skills.
Έχει ισχυρές αριθμητικές δεξιότητες.
Λεξικό Δέντρο
numerically
numerical



























