Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noteworthy
01
αξιοσημείωτος, αξιοπρόσεκτος
deserving of attention due to importance, excellence, or notable qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noteworthy
συγκριτικός βαθμός
more noteworthy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her performance in the play was noteworthy, earning praise from critics and audiences alike.
Η απόδοσή της στο έργο ήταν αξιοσημείωτη, κερδίζοντας επαίνους τόσο από τους κριτικούς όσο και από το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
noteworthy
note
worthy



























