noteworthy
note
ˈnəʊt
newt
wor
ˌwɜ:
vē
thy
ði
dhi

Ορισμός και σημασία του "noteworthy"στα αγγλικά

noteworthy
01

αξιοσημείωτος, αξιοπρόσεκτος

deserving of attention due to importance, excellence, or notable qualities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noteworthy
συγκριτικός βαθμός
more noteworthy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evaluation, achievement, recognition
Παραδείγματα
Her performance in the play was noteworthy, earning praise from critics and audiences alike. 

Η απόδοσή της στο έργο ήταν αξιοσημείωτη, κερδίζοντας επαίνους τόσο από τους κριτικούς όσο και από το κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

noteworthy

note

+

worthy

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store