Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noteworthy
01
αξιοσημείωτος, αξιοπρόσεκτος
deserving of attention due to importance, excellence, or notable qualities
Παραδείγματα
The book received several noteworthy awards for its insightful content.
Το βιβλίο έλαβε πολλά αξιοσημείωτα βραβεία για το διαυγές περιεχόμενό του.
Λεξικό Δέντρο
noteworthy
note
worthy



























