Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nosy
01
περίεργος, αδιάκριτος
showing too much interest in people's lives, especially when it is not one's concern
Λεξικό Δέντρο
nosiness
nosy
nose
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
περίεργος, αδιάκριτος
Λεξικό Δέντρο