auditory
au
ˈɔ:
aw
di
di
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "auditory"στα αγγλικά

01

ακουστικός, ακουστικός

related to the ability of hearing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The auditory system includes the ears and the brain's processing of sound signals. 

Το ακουστικό σύστημα περιλαμβάνει τα αυτιά και την επεξεργασία των ηχητικών σημάτων από τον εγκέφαλο.

01

ακουστικός, ακουστικό σύστημα

the part of the brain or the sensory system responsible for hearing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
auditories
Παραδείγματα
He has a condition affecting his auditory, leading to difficulty hearing. 

Έχει μια κατάσταση που επηρεάζει το ακουστικό του, οδηγώντας σε δυσκολία στην ακοή.

02

ακροατήριο, κοινό

the group of listeners or audience who are present to hear something 
Παραδείγματα
The speaker addressed the auditory with enthusiasm. 

Ο ομιλητής απευθύνθηκε στο ακροατήριο με ενθουσιασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store