Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accessory nerve
01
προσθετικό νεύρο, ενδέκατο κρανιακό νεύρο
a cranial nerve responsible for controlling certain muscles involved in head and neck movements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
accessory nerves
LanGeek



























