nosedive
nose
ˈnəʊz
newz
dive
daɪv
daiv

Ορισμός και σημασία του "nosedive"στα αγγλικά

01

βουτιά, απότομη κάθοδος

a steep nose-down descent by an aircraft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nosedives
02

κατακόρυφη πτώση, κατάρρευση

an unexpected and rapid decline, particularly in terms of value and price 
Παραδείγματα
The stock market experienced a nosedive during the financial crisis. 

Το χρηματιστήριο γνώρισε μια κατακόρυφη πτώση κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

to nosedive
01

καταδύομαι με τη μύτη, πέφτω με τη μύτη πρώτη

plunge nose first; drop with the nose or front first, of aircraft 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
nosedive
γ΄ ενικό πρόσωπο
nosedives
ενεστώτα μετοχή
nosediving
απλός αόριστος
nosedived
παθητική μετοχή
nosedived
02

κατρακυλώ, πέφτω απότομα

(especially of a price, value, etc.) to decline suddenly and rapidly 
Παραδείγματα
His health seemed to nosedive after the accident, leading to a lengthy recovery. 

Η υγεία του φαινόταν να καταρρέει μετά το ατύχημα, οδηγώντας σε μια μακρά ανάρρωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nosedive

nose

+

dive

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store