Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nosedive
01
βουτιά, απότομη κάθοδος
a steep nose-down descent by an aircraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nosedives
02
κατακόρυφη πτώση, κατάρρευση
an unexpected and rapid decline, particularly in terms of value and price
Παραδείγματα
The team ’s performance took a nosedive after their star player got injured.
Η απόδοση της ομάδας κατέβηκε κατακόρυφα αφού ο αστέρας τους τραυματίστηκε.
to nosedive
01
καταδύομαι με τη μύτη, πέφτω με τη μύτη πρώτη
plunge nose first; drop with the nose or front first, of aircraft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
nosedive
γ΄ ενικό πρόσωπο
nosedives
ενεστώτα μετοχή
nosediving
απλός αόριστος
nosedived
παθητική μετοχή
nosedived
02
κατρακυλώ, πέφτω απότομα
(especially of a price, value, etc.) to decline suddenly and rapidly
Παραδείγματα
The company ’s profits nosedived when their main product was suddenly deemed obsolete.
Τα κέρδη της εταιρείας κατέρρευσαν όταν το κύριο προϊόν τους θεωρήθηκε ξαφνικά απαρχαιωμένο.
Λεξικό Δέντρο
nosedive
nose
dive



























