Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Norseman
01
Νορβηγός, κάτοικος της Νορβηγίας
a native or inhabitant of Norway
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
Norsemen
αρσενικό ενικό
Norseman
θηλυκό ενικό
Norsewoman
neutral form
Norwegian
LanGeek



























