Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nontraditional
01
μη παραδοσιακός, ασυνήθιστος
deviating from established customs, norms, or practices
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nontraditional
συγκριτικός βαθμός
more nontraditional
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, society, behavior
Παραδείγματα
The nontraditional approach to education encourages students to explore subjects through hands-on projects rather than standardized tests.
Η μη παραδοσιακή προσέγγιση στην εκπαίδευση ενθαρρύνει τους μαθητές να εξερευνούν θέματα μέσω πρακτικών έργων αντί για τυποποιημένα τεστ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nontraditional
traditional
tradition
trad



























