Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonstop flight
01
απευθείας πτήση
a flight between two points that takes place without changing planes or stopping on the way
Παραδείγματα
The nonstop flight to Tokyo was delayed due to bad weather conditions.
Η απευθείας πτήση για το Τόκιο καθυστέρησε λόγω των κακών καιρικών συνθηκών.



























