Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonindulgent
01
αυστηρός, αμείλικτος
characterized by strictness, severity, or restraint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonindulgent
συγκριτικός βαθμός
more nonindulgent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, discipline
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonindulgent
indulgent
indulge



























