Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noncrucial
01
μη κρίσιμος, λίγης σημασίας
having little significance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noncrucial
συγκριτικός βαθμός
more noncrucial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We 'll tackle the noncrucial tasks after finishing the priority ones.
Θα ασχοληθούμε με τις μη κρίσιμες εργασίες αφού ολοκληρώσουμε τις προτεραιότητες.
02
μη κρίσιμος, μη επείγων
not urgent or not in a critical state
Παραδείγματα
The meeting was noncrucial, so many people skipped it.
Η συνάντηση ήταν μη κρίσιμη, οπότε πολλοί άνθρωποι την παρέλειψαν.
Λεξικό Δέντρο
noncrucial
crucial
cruc



























