Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noncrucial
01
μη κρίσιμος, λίγης σημασίας
having little significance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noncrucial
συγκριτικός βαθμός
more noncrucial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
importance, evaluation, priority
Παραδείγματα
The meeting covered both noncrucial updates and urgent decisions.
Η συνάντηση κάλυψε τόσο μη κρίσιμες ενημερώσεις όσο και επείγουσες αποφάσεις.
02
μη κρίσιμος, μη επείγων
not urgent or not in a critical state
Παραδείγματα
The repair is noncrucial, so we can schedule it for next week.
Η επισκευή είναι μη κρίσιμη, οπότε μπορούμε να την προγραμματίσουμε για την επόμενη εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
noncrucial
crucial
cruc



























