noncrucial
non
nɑ:n
ναν
cru
kru
κρου
cial
ʃəl
σαλ
/nˌɒnkɹˈuːʃəl/

Ορισμός και σημασία του "noncrucial"στα αγγλικά

noncrucial
01

μη κρίσιμος, λίγης σημασίας

having little significance
Παραδείγματα
We 'll tackle the noncrucial tasks after finishing the priority ones.
Θα ασχοληθούμε με τις μη κρίσιμες εργασίες αφού ολοκληρώσουμε τις προτεραιότητες.
02

μη κρίσιμος, μη επείγων

not urgent or not in a critical state
Παραδείγματα
The meeting was noncrucial, so many people skipped it.
Η συνάντηση ήταν μη κρίσιμη, οπότε πολλοί άνθρωποι την παρέλειψαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store