Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonconformity
01
μη συμμόρφωση
failure to conform to accepted standards of behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonconformities
02
μη συμμόρφωση
the behavior or attitude that does not follow established norms, conventions, or expectations within a society or group
Παραδείγματα
His nonconformity to traditional gender roles made him a pioneer in advocating for gender equality.
Η μη συμμόρφωσή του με τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων τον έκανε πρωτοπόρο στην υπεράσπιση της ισότητας των φύλων.
03
ασυμφωνία, ετεροδοξία
a lack of orthodoxy in thoughts or beliefs
04
ασυμφωνία, ασυμφωνία
lack of harmony or correspondence
Λεξικό Δέντρο
nonconformity
conformity
conform



























