Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Noncombatant
01
μη μαχόμενος, μη μαχόμενο προσωπικό
someone in the military who serves in a role without directly engaging in warfare (e.g. a medic or chaplain)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
noncombatants
Παραδείγματα
Noncombatants play a crucial role, providing emotional and physical support away from the frontlines.
Οι μη μαχητές παίζουν καθοριστικό ρόλο, παρέχοντας συναισθηματική και σωματική υποστήριξη μακριά από τις πρώτες γραμμές.
noncombatant
01
μη μαχόμενος, μη πολεμιστής
member of armed forces whose duties do not include fighting as e.g. a chaplain or surgeon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
μη μαχόμενος, αστικός
used of civilians in time of war
Λεξικό Δέντρο
noncombatant
combatant



























