Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonattendance
01
απαρτία, απουσία
the absence or failure to attend a particular event, meeting, or class
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The nonattendance of several employees at the mandatory training session raised concerns about their commitment to the company.
Η απουσία πολλών υπαλλήλων στην υποχρεωτική εκπαιδευτική συνάντηση έθεσε ανησυχίες σχετικά με τη δέσμευσή τους στην εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
nonattendance
attendance
attend



























