Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonattendance
01
απαρτία, απουσία
the absence or failure to attend a particular event, meeting, or class
Παραδείγματα
The organization implemented a policy to address nonattendance at staff meetings and encourage greater participation among team members.
Ο οργανισμός εφάρμοσε μια πολιτική για την αντιμετώπιση της απουσίας από τις συναντήσεις του προσωπικού και την ενθάρρυνση της μεγαλύτερης συμμετοχής μεταξύ των μελών της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
nonattendance
attendance
attend



























