noise pollution
noise
ˈnɔɪz
noyz
po
llu
lu:
loo
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "noise pollution"στα αγγλικά

Noise pollution
01

ηχορύπανση, ρύπανση από θόρυβο

any unwanted or excessive sound that may cause harm or disturbance to human or animal life 
noise pollution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Traffic is the main source of noise pollution in the city. 

Η κυκλοφορία είναι η κύρια πηγή ηχορύπανσης στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store