Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nodding
01
κλινής, κρεμασμένος
having branches or flower heads that bend downward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nodding
συγκριτικός βαθμός
more nodding
διαβαθμίσιμο
02
νευριασμένος, υπνηλιασμένος
entering a drowsy or semi-conscious state, often from opioid use
αργκό
Παραδείγματα
She was nodding while sitting on the couch.
Έγνεφε καθισμένη στον καναπέ.



























