Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nobel prize
01
βραβείο Νόμπελ, διάκριση Νόμπελ
an annual award for outstanding contributions to chemistry or physics or physiology and medicine or literature or economics or peace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Nobel prizes



























