Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
no doubt
01
χωρίς αμφιβολία, αναμφίβολα
used to say that something is likely to happen or is true
Παραδείγματα
She will win the competition, no doubt about her skills.
Θα κερδίσει τον διαγωνισμό, χωρίς αμφιβολία για τις δεξιότητές της.
02
χωρίς αμφιβολία, αναμφίβολα
in a way that expresses certainty
Παραδείγματα
With his experience and skills, he will, no doubt, contribute significantly to the project.
Με την εμπειρία και τις δεξιότητές του, θα συμβάλει αναμφίβολα σημαντικά στο έργο.



























