no doubt
no
nəʊ
new
doubt
daʊt
dawt

Ορισμός και σημασία του "no doubt"στα αγγλικά

01

χωρίς αμφιβολία, αναμφίβολα

used to say that something is likely to happen or is true 
no doubt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
συνδετικό επίρρημα
Παραδείγματα
The quality of her work was excellent, there's no doubt about it. 

Η ποιότητα της εργασίας της ήταν εξαιρετική, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό.

02

χωρίς αμφιβολία, αναμφίβολα

in a way that expresses certainty 
Παραδείγματα
He will, no doubt, succeed in his ambitious endeavors. 

Αυτός θα, χωρίς αμφιβολία, πετύχει στις φιλόδοξες προσπάθειές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store