Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attenuated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most attenuated
συγκριτικός βαθμός
more attenuated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His attenuated enthusiasm for the project was noticeable during the presentation.
Ο εξασθενημένος ενθουσιασμός του για το έργο ήταν αισθητός κατά την παρουσίαση.
02
εξασθενημένο, μειωμένο σε πλάτος
(of an electrical signal) reduced in amplitude while preserving the signal's original waveform, resulting in minimal or no distortion
Παραδείγματα
An attenuated waveform retains its shape but loses intensity.
Ένα αποσβεσμένο σχήμα κύματος διατηρεί το σχήμα του αλλά χάνει ένταση.
Λεξικό Δέντρο
attenuated
attenuate
attenu



























