ninny
ni
ˈnɪ
ni
nny
ni
ni
nanny

Ορισμός και σημασία του "ninny"στα αγγλικά

01

ανόητος, βλάκας

a foolish, silly, or simple-minded person 
ninny definition and meaning
παρωχημένο
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ninnies
Παραδείγματα
The ninny put salt in his coffee instead of sugar. 

Ο βλάκας έβαλε αλάτι στον καφέ του αντί για ζάχαρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store