attention span
a
ə
ē
tten
ˈtɛn
ten
tion
ʃən
shēn
span
spæn
spān

Ορισμός και σημασία του "attention span"στα αγγλικά

Attention span
01

διάρκεια προσοχής, ικανότητα συγκέντρωσης

the amount of time a person can focus on a task or activity without becoming distracted or bored 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
attention spans
Παραδείγματα
Children often have a shorter attention span than adults. 

Τα παιδιά έχουν συχνά μικρότερο διάστημα προσοχής από τους ενήλικες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store