Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Night vision
01
νυχτερινή όραση, όραση σε χαμηλό φωτισμό
the ability to see in reduced illumination (as in moonlight)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























