to niggle
ni
ˈnɪ
ni
ggle
gəl
gēl
wigglehigglejigglegiggle

Ορισμός και σημασία του "niggle"στα αγγλικά

to niggle
01

διαφωνώ για ένα ασήμαντο πράγμα, κριτικάρω κάποιον για ένα ασήμαντο πράγμα

to argue over an unimportant thing or criticize someone for it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
niggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
niggles
ενεστώτα μετοχή
niggling
απλός αόριστος
niggled
παθητική μετοχή
niggled
02

ανησυχώ άσκοπα, ανησυχώ υπερβολικά

worry unnecessarily or excessively 
01

ελαφρύ πόνο, δυσφορία

slight pain or discomfort in specific parts of one's body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
niggles
02

ένα μικρό πρόβλημα, μια μικρή ενόχληση

a minor issue, often involving a small complaint or irritation about something that is not very significant 
Παραδείγματα
The niggle with the schedule was quickly resolved. 

Το μικρό πρόβλημα με το πρόγραμμα λύθηκε γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store